ΜΕΡΟΣ 5 — «Νόμιζες ότι δεν είχα πού να πάω»
Η Σάντρα πήρε τους φακέλους και τους έβαλε ξανά στη θέση τους.
«Θα σας ζητήσω να φύγετε.»
Ο Άαρον την κοίταξε σαν να μην μπορούσε να πιστέψει αυτό που άκουγε.
«Από το σπίτι μου;»
Η Σάντρα χαμογέλασε.
«Όχι.»
Έδειξε την πόρτα.
«Από το σπίτι μου.»
Η Νταϊάν σηκώθηκε.
«Δεν τελείωσε τίποτα ακόμα.»
«Για εσάς ίσως όχι.»
Η Σάντρα κοίταξε τη γυναίκα που είχε αποκαλέσει κάποτε «μαμά».
«Για μένα τελείωσε πριν από χρόνια. Απλώς δεν το ήξερα.»
Ο Άαρον έμεινε ακίνητος.
«Σάντρα, σε αγαπούσα.»
Εκείνη γέλασε σιγανά.
Δεν ήταν γέλιο χαράς.
Ήταν το γέλιο ενός ανθρώπου που μόλις συνειδητοποίησε πόσο πολύ είχε εξαπατηθεί.
«Αν με αγαπούσες, δεν θα είχες περάσει δεκαπέντε χρόνια σχεδιάζοντας πώς να με χρησιμοποιήσεις.»
«Δεν ήταν έτσι.»
«Σε άκουσα.»
«Δεν εννοούσα—»
«Σε άκουσα, Άαρον.»
Αυτή τη φορά η φωνή της ήταν σταθερή.
«Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Δεν είναι ότι ήθελες το σπίτι. Είναι ότι με έκανες να πιστεύω πως έπρεπε να περιμένω εσένα.»
Ο Άαρον χαμήλωσε το βλέμμα.
«Ήσουν η ζωή μου.»
«Όχι», είπε η Σάντρα. «Ήμουν το σχέδιό σου.»
Η Νταϊάν πήρε την τσάντα της.
«Θα το μετανιώσεις.»
Η Σάντρα την κοίταξε.
«Ίσως.»
Έπειτα άνοιξε την πόρτα.
«Αλλά τουλάχιστον θα είναι δικό μου λάθος.»
Η Νταϊάν βγήκε πρώτη.
Ο Άαρον έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα στην είσοδο.
«Μετά από δεκαπέντε χρόνια, έτσι τελειώνουν όλα;»
Η Σάντρα τον κοίταξε.
Για μια στιγμή θυμήθηκε το αγόρι που γνώρισε στα δεκαέξι της.
Το αγόρι που καθόταν μαζί της στη βεράντα της γιαγιάς της.
Το αγόρι με το οποίο έκανε σχέδια για το μέλλον.
Αλλά εκείνο το αγόρι δεν υπήρχε πια.
Ίσως δεν είχε υπάρξει ποτέ.
«Όχι», είπε.
«Τελειώνουν επειδή τελικά έμαθα την αλήθεια.»
Ο Άαρον έφυγε.
Η πόρτα έκλεισε.
Η Σάντρα έμεινε μόνη στο σπίτι.
Πήγε στο σαλόνι.
Κοίταξε τη μεγάλη φωτογραφία του γάμου.
Πήρε τη φωτογραφία από τον τοίχο.
Για λίγα δευτερόλεπτα την κράτησε στα χέρια της.
Μετά την ακούμπησε σε ένα συρτάρι.
Δεν την έσκισε.
Δεν την πέταξε.
Απλώς δεν ήθελε πια να την βλέπει.
Αργότερα εκείνο το βράδυ, το τηλέφωνό της χτύπησε.
Ήταν η Μέγκαν.
«Πώς είσαι;»
Η Σάντρα κοίταξε γύρω της.
Το σπίτι ήταν ήσυχο.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν περίμενε κάποιον να γυρίσει από τη δουλειά.
Δεν περίμενε να χτυπήσει η πόρτα.
Δεν περίμενε μια εξήγηση.
«Δεν ξέρω ακόμα», είπε.
Η Μέγκαν σώπασε.
«Θες να έρθω;»
Η Σάντρα χαμογέλασε.
«Όχι. Θέλω λίγο να μείνω μόνη.»
«Είσαι σίγουρη;»
«Ναι.»
Έκλεισε το τηλέφωνο.
Πήγε στην παλιά κούνια της γιαγιάς της στην πίσω αυλή.
Κάθισε.
Ο αέρας ήταν δροσερός.
Κοίταξε τον ουρανό.
Και για πρώτη φορά κατάλαβε κάτι που δεν είχε καταλάβει στα δεκαέξι της.
Δεν είχε χάσει δεκαπέντε χρόνια επειδή αγάπησε τον λάθος άνθρωπο.
Τα είχε χάσει επειδή είχε ξεχάσει να αγαπάει τον εαυτό της.
Και τώρα είχε μια ολόκληρη ζωή για να το διορθώσει.
Αλλά η ιστορία δεν είχε τελειώσει ακόμα.
Γιατί το επόμενο πρωί, όταν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, βρήκε έναν φάκελο στο κατώφλι.
Χωρίς όνομα αποστολέα.
Μόνο τέσσερις λέξεις ήταν γραμμένες μπροστά:
«Δεν σου είπε τα πάντα.»

0 comments:
Post a Comment